Maybe the 'handles...

Τις μελαγχολικές νύχτες διαδέχονται τα άδεια πρωινά. Τη θλίψη της μοναξιάς, η απουσία. Το συναισθηματικό κενό, οι τύψεις και το παράπονο. Και το στόμα μου γεμάτο άμμο. Tα μάτια τυφλωμένα από τον ήλιο. Σύντροφοι μου οι αναμνήσεις, τα ανεπίδοτα μηνύματα και γράμματα. μονη.jpg

Τα ουράνια τόξα κλαίνε χρώματα στους δρόμους. Που 'ναι μια βροχή, μια ξαφνική και δυνατή μπόρα να ξεπλύνει τα δάκρυα, να παρασύρει τον πόνο σα βρώμικο νερό μπουγάδας, να νερώσει την απογοήτευση. Να ξεπλύνει από πάνω μου αυτό το πρόσωπο. Όχι αυτό που γνώρισες, μάτια μου. Να αποκαλύψει ένα άλλο από κάτω, ένα χαρούμενο. Με χαμόγελο, όχι πικρό αλλά πηγαίο.

Να σβήνει ο ήλιος στον Κορινθιακό και να σβήνω μέσα μου τα θέλω πριν γίνουν λέξεις, εικόνες, ψίθυροι, αγκαλιές.

Φαρμάκι το στόμα απ τα τσιγάρα, ξέχειλη η γρατσουνισμένη μου καρδιά που αναρρώνει. Κι όλα δίπλα μου όλα να κολλάνε. Με μια αίσθηση του βάλτου, της βρωμιάς. Ναι, όλα δίπλα μου κολλάνε βρώμικα και ψυχοβόρα. Το σπίτι, η δουλειά, οι φίλοι. Και στο κεφάλι μου να στριφογυρνά, σα χαλασμένο πικάπ των παιδικών μας χρόνων ο στίχος από κάποιο τραγούδι που ποτέ δεν έμαθα αλλά με την παρέμβαση της καρδιάς έγινε δικό μου: Πόσο πολύ σ' αγάπησα, ποτέ δε θα το μάθεις
Πόσο πολύ σε πόνεσα, δε μου το συγχωρώ
Σκάβουν πηγάδι οι τύψεις μου, μέσα να χαθώ.
Μα δε θέλω να χαθώ στις τύψεις, θέλω να χαθώ στις λίμνες που 'χεις για μάτια, στη θάλασσα που χεις για αγκαλιά.

Τραγούδια, στίχοι, λέξεις, σημεία στίξης, σκόρπια. Όπως σκορπίσαμε και 'μεις μάτια μου, στον άνεμο της απογοήτευσης και του φόβου. Σκόρπισαν οι έρωτες, οι λαχτάρες, οι αγκαλιές. Σαν το δεντράκι της ευτυχίας σκορπίσαμε και 'μεις.
Τσιγάρα, τσιγάρα, ξενύχτια. Ξενύχτια στο Φάληρο, στη θάλασσα, ξενύχτια στο κρεβάτι. Με το τηλέφωνο δίπλα. Τσουβάλια οι ώρες στο κρεβάτι. Στο ίδιο κρεβάτι που κάποτε μοιραστήκαμε υποσχέσεις και αγκαλιές. Στο κρεβάτι που ώρες ώρες, ακόμη βρίσκω τη μυρωδιά των κορμιών μας και που καμιά φορά γυρνώ και νομίζω πως θα σε δω. Με το ξυράφι δίπλα. Ναι, καλό μου, με το ξυράφι δίπλα. Τέσσερις μέρες φλέρταραν οι φλέβες το ξυράφι. Τέσσερις μέρες το ξυράφι τις πολιορκούσε σαν επίδοξος εραστής. Κι όταν αποφασίσανε ν' αγκαλιαστούν σ' ένα ταγκό θανάτου, το χορό τους διέκοψε για πάντα η σκέψη σου. Εσύ ήρθες και με σήκωσες σαν οδηγός φωτός μέσα στο σκοτάδι που πλανιόμουν. Η εικόνα των δακρυσμένων σου ματιών και της θλιμμένης ψυχής σου ήρθε και μ' ανάστησε. Γιατί είχα πεθάνει αυτές τις μέρες τέσσερις. Ήμουν ήδη νεκρός, το μόνο που έμενε ήταν η σφραγίδα του ταγκό. Κι ήρθες και μαζί σου έφερες εικόνες των γονέων και των παιδιών μου. Και σηκώθηκα πετώντας από πάνω μου ότι βρόμικο κολλούσε. Πέταξα το ξυράφι και πλένοντας το σώμα που άλλοτε σου χάριζε στιγμές πάθους και αναζήτησης πήρα ένα ευχαριστώ το τύλιξα φιλιά, του βαλα και μιαν αγκαλιά κορδέλα και στο 'στειλα μες τη νύχτα. 

Maybe the 'handles...

Powered by pathfinder blogs